Κίνηση για την Απελευθέρωση του Λαού

για έναν ελεύθερο λαό σε μια ανεξάρτητη Ελλάδα

Αρθρογραφία Μελών

ΣΕΒ: Οι αυξήσεις μισθών επιβαρύνουν την οικονομική ανάπτυξη

Παπαδομανωλάκης Παναγιώτης

Ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ) υποστηρίζει πως δεν μπορεί να υπάρξουν αυξήσεις μισθών που «να μην είναι συνεπείς με την πραγματικότητα», γιατί με αυτόν τον τρόπο αποθαρρύνεται η οικονομική ανάπτυξη. Παράλληλα, αναφέρουν πως οι μειώσεις των μισθών κατά την περίοδο 2010 – 2016 έχουν αποκαταστήσει την απώλεια της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, ενώ είναι αντίθετοι στην αποκατάσταση των εργασιακών δικαιωμάτων.

Όπως διαβάζουμε στην πρόσφατη ανακοίνωση του φορέα που εκπροσωπεί τα συμφέροντα των Ελλήνων βιομηχάνων:

«Η άσκηση της πολιτικής μισθών, και το πλαίσιο διαμόρφωσης αυτών, στα χρόνια πριν την εκδήλωση της κρίσης συνέβαλε ουσιαστικά στη διάβρωση της ανταγωνιστικότητας της χώρας. Επιπλέον, λειτούργησε προστατευτικά προς το μέρος της οικονομίας το οποίο δεν εκτίθεται στο διεθνή ανταγωνισμό και δεν παράγει διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες, φέρνοντας τους κλάδους που προσπαθούσαν να παραμείνουν διεθνώς ανταγωνιστικοί σε συγκριτικά δυσμενή θέση. Το αποτέλεσμα ήταν μια προσωρινή βελτίωση αποδοχών και του βιοτικού επιπέδου, που όμως για τους περισσότερους δεν ήταν διατηρήσιμη και η οποία κατέρρευσε με την εκδήλωση της κρίσης».

Συγκεκριμένα, μας λέει ο ΣΕΒ:

«Η αύξηση των μισθών από μόνη της δεν ήταν το πρόβλημα. Το πρόβλημα ήταν ότι η χώρα επιχείρησε να θεσμοθετήσει αποδοχές ανεπτυγμένης χώρας, χωρίς όμως να προσφέρει το πλαίσιο λειτουργίας αγορών, τη θεσμική ωριμότητα και τη δυνατότητα ανάπτυξης της ιδιωτικής οικονομίας και του τομέα «διεθνώς εμπορεύσιμων» που προσφέρουν οι ανεπτυγμένες χώρες.

Η κρίση κατέδειξε με τον πλέον επώδυνο τρόπο πως εάν οι αυξήσεις των μισθών δεν είναι συνεπείς με την πραγματικότητα που διαμορφώνουν παράγοντες όπως το μη μισθολογικό κόστος, η ικανότητα μετασχηματισμού της παραγωγής, το ρυθμιστικό και διοικητικό περιβάλλον, το κόστος χρηματοδότησης, η μακροοικονομική αβεβαιότητα και η λειτουργία «του κράτους δικαίου», τότε η εσωτερική και διεθνής ανταγωνιστικότητα της χώρας χειροτερεύει, αποθαρρύνεται η οικονομική ανάπτυξη και οδηγούμαστε σε απώλεια διεθνούς ανταγωνιστικότητας, απώλεια θέσεων εργασίας και μείωση εισοδημάτων για όλο και περισσότερα νοικοκυριά».

Που θέλουν να καταλήξουν οι Έλληνες βιομήχανοι που τόσο κόπτονται για την σωτηρία και την προκοπή αυτού του λαού; Μα φυσικά σε μια νουθεσία για το μέλλον:

«Το μάθημα της κρίσης προς όλους πρέπει να είναι σαφές: Μια προσπάθεια να νομοθετήσουμε μια επιστροφή στο παρελθόν, να βγούμε από την κρίση μέσω της πόρτας που μας έβαλε σε αυτή διατηρώντας τις δομικές αδυναμίες του παρελθόντος, θα καταστρέψει ό,τι έχει απομείνει όρθιο στη χώρα ως ανταγωνιστικός και βιώσιμος τομέας «διεθνώς εμπορευσίμων» αγαθών και υπηρεσιών. Αντίθετα, μια προσπάθεια να διορθώσουμε τις αδυναμίες του παρελθόντος τελικά θα οδηγήσει σε μόνιμη και βιώσιμη ενίσχυση της απασχόλησης καθώς και των αποδοχών. Καθώς θα προσπαθούμε συνεπώς να διορθώσουμε τις διαρθρωτικές και θεσμικές αδυναμίες που ακόμα επιμένουν, οι αποφάσεις για αύξηση των μισθών πρέπει να συνδέονται με την αύξηση της παραγωγικότητας στους κλάδους των «διεθνώς εμπορεύσιμων» αγαθών και υπηρεσιών. Η αύξηση της παραγωγικότητας είναι προϋπόθεση για την παράλληλη αύξηση των μισθών και ο μόνος τρόπος ώστε να διανεμηθεί στη κοινωνία το «μέρισμα της παραγωγικότητας» χωρίς να υπονομευτεί η ανάπτυξη».

Όχι μόνο ήταν λάθος πολιτική οι «αυξήσεις» μισθών(θα δούμε στην συνέχεια το πραγματικό ύψος και την διάρκεια των εν λόγω «αυξήσεων»), αλλά πρέπει να προσέχουμε μην κάνουμε το ίδιο «λάθος» στο σήμερα. Αντίθετα, οι Έλληνες βιομήχανοι μας λένε πως πρέπει να αυξήσουμε την παραγωγικότητα ώστε να καταφέρουμε να βγούμε από την κρίση(που οι ίδιοι δημιούργησαν). Αύξηση της παραγωγής, άλλα και της εκμετάλλευσης του εργαζόμενου λαού, αλλά προς θεού, οι μισθοί πρέπει να εξομοιωθούν με αυτούς του μεροκάματου της Μανωλάδας ώστε η ελληνική οικονομία(ο ελληνικός καπιταλισμός δηλαδή) να γίνει ανταγωνιστικός και να διασφαλίσει την όποια ανεμική ανάπτυξη(για τους καπιταλιστές, όπως οι βιομήχανοι του ΣΕΒ).

Να δούμε όμως για το ύψος των «αυξήσεων» αυτών που τόσο στοίχησαν στην ελληνική οικονομία και πρέπει να αποφευχθεί η επανάληψή τους. Για αυτό θα στηριχτούμε στα στοιχεία που παρατίθενται στην έρευνα του Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης και Διευθυντή του Εργαστηρίου Οικονομικής Ανάλυσης και Πολιτικής, Νίκου X. Βαρσακέλη, με τίτλο «Πραγματικοί Μισθοί στην Ελλάδα: Μύθοι και Πραγματικότητες»(1):

«Εξετάζοντας λοιπόν την διαφορά μεταβολής πραγματικών αμοιβών και μεταβολής του ΑΕΠ, παρατηρούμε ότι η πρώτη μεταπολιτευτική κυβέρνηση Καραμανλή πραγματοποίησε την μεγαλύτερη αναδιανομή εισοδήματος προς όφελος των εργαζόμενων κατά 23%. Ακολουθεί η κυβέρνηση Γ. Ράλλη με 14.2% και τρίτη η πρώτη κυβέρνηση Παπανδρέου με 7.5%.  Σε όλες τις υπόλοιπες κυβερνητικές θητείες η διαφορά είναι αρνητική, δηλαδή, οι εργαζόμενοι δεν απόλαυσαν πλήρως την αύξηση της παραγωγικότητας διότι πραγματοποιήθηκε αναδιανομή του εισοδήματος εις βάρος τους. Η μεγαλύτερη αναδιανομή πραγματοποιήθηκε επί δικτατορίας με απώλεια 49.5%, ακολουθεί η δεύτερη κυβέρνηση Παπανδρέου με απώλεια 12.8% και τέλος η κυβέρνηση Μητσοτάκη με απώλεια 11.7%. Καταρρίπτονται λοιπόν δυο μύθοι: α) ο μύθος τον οποίο έστησαν για την φιλεργατική πολιτική του Ανδρέα Παπανδρέου και β)ο μύθος τον οποίο προσπαθούν να στήσουν οι νοσταλγοί της χούντας ότι η δικτατορία προστάτευσε τους εργαζόμενους από την εργοδοσία. Στην διάρκεια των κυβερνήσεων αυτών οι εργαζόμενοι έχασαν τα μεγαλύτερα μερίδια προς όφελος της εργοδοσίας».

Ακόμα:

«Εάν εξετάσουμε τις συνολικές κυβερνητικές θητείες της Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ μετά την μεταπολίτευση, δηλαδή τις περιόδους 1974-1981, 1981-1988 και 1994-2003, τότε μπορούμε να καταλήξουμε στις παρακάτω διαπιστώσεις. Κατά την  πρώτη μεταπολιτευτική κυβερνητική περίοδο, με κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, επιτεύχθηκε συνολική αύξηση του ΑΕΠ κατά 16.6 %, ενώ η συνολική αύξηση πραγματικών αμοιβών ήταν 53%. Κατά συνέπεια πραγματοποιήθηκε αναδιανομή του πραγματικού εισοδήματος υπέρ των εργαζόμενων κατά 36.4%. Κατά τη πρώτη περίοδο διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, επί Α. Παπανδρέου (1981-1988), η συνολική αύξηση του ΑΕΠ ήταν 14.3%, ενώ η συνολική αύξηση των πραγματικών αμοιβών 9%. Συνεπώς, συνετελέσθη αναδιανομή εισοδήματος εις βάρος των εργαζόμενων κατά 5.3%. Η δεύτερη περίοδος διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, με Α. Παπανδρέου και στην συνέχεια Κ. Σημίτη, η συνολική αύξηση του ΑΕΠ ήταν 35%, ενώ η αντίστοιχη αύξηση των πραγματικών αμοιβών 18.9%. Συνετελέσθη δηλαδή αναδιανομή εισοδήματος εις βάρος των εργαζομένων κατά 16.1%».

Όλα τα παραπάνω την περίοδο της «ευμάρειας», του «πάρτι», τότε που τάχα «ο λαός έτρωγε με χρυσά κουτάλια». Ενώ, από την εποχή που η χώρα πέτυχε τον «εθνικό άθλο» της ένταξης στην τότε ΕΟΚ:

«Τέλος, κατά την εικοσαετία (1981-2003) που η χώρα μας είναι μέλος της ΕΟΚ (ΕΕ) και έχει αντλήσει σημαντικούς χρηματοοικονομικούς πόρους από τα κοινοτικά ταμεία, η συνολική αύξηση του ΑΕΠ ήταν 60%, ενώ  αντίστοιχη αύξηση των  πραγματικών μισθών ήταν μόλις 24.9%. Κατά συνέπεια οι εργαζόμενοι στην μεταποίηση απόλαυσαν μέρος μόνο της παραγωγικότητας που επιτεύχθηκε κατά την περίοδο αυτή. Το υπόλοιπο 35.4% αναδιανεμήθηκε προς όφελος άλλων τάξεων και για αυτή την μεγάλη αναδιανομή  ευθύνονται και τα δύο κόμματα που κυβέρνησαν την χώρα, το καθένα βέβαια με το ποσοστό της ευθύνης του (23.7% το ΠΑΣΟΚ και 11.7% η Νέα Δημοκρατία του Κ. Μητσοτάκη)».

Αυτές είναι οι «αυξήσεις» της μεταπολίτευσης που δεν πρέπει να επαναληφθούν σύμφωνα με το φιλολαϊκό ΣΕΒ και οι οποίες σε πραγματικούς αριθμούς αφορούν αποκλειστικά και μόνο την πρώτη περίοδο της δήθεν «σοσιαλμανίας» της κυβέρνησης Καραμανλή, όταν η Ελλάδα έχει βγει από μια ολόπλευρη εθνική καταστροφή, την δικτατορία, όταν το σύνθημα «Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία» ήταν ακόμα ζωντανό στους δρόμους με χιλιάδες λαό να το στηρίζει.

Τι συμπεράσματα να βγάλουμε λοιπόν εμείς για τον χαρακτήρα των Ελλήνων βιομηχάνων και του ντόπιου μεγάλου κεφαλαίου;

Συμπέρασμα Α) Οι «πατριώτες» Έλληνες βιομήχανοι μεταφράζουν σε «εθνικό συμφέρον» το δικό τους ταξικό συμφέρον, της αφαίμαξης του υπόλοιπου έθνους και της περαιτέρω κλοπής της εργασίας του.

Συμπέρασμα Β) Το παραπάνω το καταφέρνουν και στην (με όρους κεφαλαιοκρατίας) «ανάπτυξη», όπως αυτή της περιόδου 1981-2003, πόσο μάλλον σε περιόδους κρίσης, ύφεσης και βίαιας αναπροσαρμογής.

Συμπέρασμα Γ) Ο «πατριωτισμός» του Ελλήνων καπιταλιστών φτάνει μέχρι εκεί που φτάνουν τα συμφέροντα της ολιγαρχίας τους και αυτό δεν έχει να κάνει με την «εθνικότητα τους» μα με τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα της τάξης τους. Την ίδια ώρα που:

  • 1 στους 3 εργάζονται σε μερική απασχόλησης και με μισθό €394(στοιχεία του ΕΦΚΑ)
  • το 50% των εργαζομένων ζει τα όρια της φτώχειας(CNN GREECE)
  • 200.000 ενώ εργάζονται 8 ώρες ημερησίως στην πράξη καταχωρίζονται ως μερικώς απασχολούμενοι.(όπως παραπάνω)
  • 300.000 εργαζόμενοι ενώ απασχολούνται ως μισθωτοί στην πράξη είναι αυτοαπασχολούμενοι αναλαμβάνοντας εξ ολοκλήρου την υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών.(ό.π.)
  • 900.000 στον ιδιωτικό τομέα ενώ εργάζονται καθημερινά και κανονικά μισθοδοτούνται µε καθυστέρηση από έναν μέχρι 15 μήνες.(ό.π.),

οι Έλληνες επιχειρηματίες(και δεν μιλάμε για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αλλά για τους λεγόμενους «στρατηγικούς επενδυτές») απολαμβάνουν σύμφωνα με το «Θεσμικό πλαίσιο για τη δημιουργία καθεστώτων Ενισχύσεων Ιδιωτικών Επενδύσεων για την περιφερειακή και οικονομική ανάπτυξη της χώρας»:

  • επιδότηση μέχρι 500.000 για κάθε θέση εργασίας για επενδύσεις που ξεπερνούν τα 20 εκατ. ευρώ
  • σταθερό φορολογικό συντελεστής για 12 χρόνια μετά την ολοκλήρωση της επένδυσης και σε περίπτωση μείωσης του φορολογικού συντελεστή επί των κερδών, θα εφαρμόζεται ο μειωμένος συντελεστής(πρόταση ΣΕΒ)
  •  χρήση των ειδικών διατάξεων ταχείας αδειοδότησης (fast track) μέσω της Γενικής Διεύθυνσης Στρατηγικών Επενδύσεων του υπουργείου Οικονομίας
  • πλήρης φορολογική απαλλαγή μέχρι και για 15 χρόνια και μέχρις ότου εξαντληθεί το ποσό της προβλεπόμενης κρατικής ενίσχυσης. Και βέβαια, σε περίπτωση έλλειψης επαρκών κερδών, στη διάρκεια κάποιου έτους, τα οφέλη για τους επιχειρηματίες μεταφέρονται σε επόμενες χρήσεις.

Κλείνουμε, προσθέτοντας στα παραπάνω τα εξής καταληκτικά συμπεράσματα/γενικεύσεις:

Συμπέρασμα Δ) Πλάι στην ξένη ιμπεριαλιστική εξάρτηση και η ντόπια δουλική μεγαλοαστική τάξη , σαν την ακρίδα κάθονται στο σώμα του λαού και του πίνουν το αίμα διαχρονικά. Το μνημόνιο και η επιτροπεία δεν είναι τίποτα παραπάνω από την αναγκαστική επιλογή του ντόπιου καπιταλισμού να διαιωνίσει την κυριαρχία του στο λαό, παραδίδοντας ακόμα μεγαλύτερη μερίδα στο ξένο κεφάλαιο το οποίο αυξάνει τα κέρδη του και την παρουσία του στην περιοχή εν μέσω γενικευμένου πολέμου. Αυτοί είναι οι παρτενέρ της νεοαποικιοκρατικου τύπου αφαίμαξης του ελληνικού λαού.

Συμπέρασμα Ε)

«Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και τρέχει να βρει κέρδη σ’ όποια χώρα υπάρχουνε τέτοια. Γι’ αυτό δε νοιάζεται κι ούτε συγκινείται με την ύπαρξη των συνόρων και του κράτους.

Ενώ εμείς, το μόνο πού διαθέτουμε, είναι οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας. Αυτά αντίθετα από το κεφάλαιο που τρέχει, οπού βρει κέρδη, δε μπορούν να κινηθούν και παραμένουν μέσα στη χώρα που κατοικούμε.

Ποιος, λοιπόν, μπορεί να ενδιαφερθεί καλύτερα για την πατρίδα του; Αυτοί που ξεπορτίζουν τα κεφάλαια τους από τη χώρα μας ή εμείς που παραμένουμε με τα πεζούλια μας εδώ;»(από τον ιστορικό λόγο στην Λαμία του Άρης Βελουχιώτη)

LEAVE A RESPONSE

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *